H αρνητική συμπεριφορά των παιδιών βασίζεται πάντοτε σε κάποια μορφή δυσκολίας δικής σας και αποθάρρυνσης δικής τους
28 Μαΐου, 2020
16 Οκτωβρίου – Παγκόσμια ημέρα διατροφής: αφορμή για να συζητήσουμε για την παιδική παχυσαρκία
6 Οκτωβρίου, 2020

Η επικοινωνία του παιδιού μέχρι τα 2 έτη

Το πρώτο κλάμα, το πρώτο αντανακλαστικό «γράπωμα» του δακτύλου, το πρώτο χαμόγελο, αποτελούν παραδείγματα προσκλήσεων επικοινωνίας από το νεογέννητο μωρό μας. Ανταποκρινόμενοι στις προσκλήσεις αυτές ως γονείς, χτίζουμε σταδιακά μια σχέση επικοινωνιακής αλληλεπίδρασης που οδηγεί στην ανάπτυξη των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του ανθρώπινου είδους: το συναίσθημα, τη νόηση και τον λόγο.

Το μωρό μας επικοινωνεί πριν μιλήσει.

Η επικοινωνία προηγείται της ομιλίας και είναι προϋπόθεση και κίνητρο για την ανάπτυξη του προφορικού λόγου.

Από πολύ νωρίς το παιδί μάς δηλώνει τις ανάγκες του για τροφή, ξεκούραση, σωματική επαφή, την δυσαρέσκεια ή ευχαρίστηση που αισθάνεται. Κατά την έκτη με έβδομη εβδομάδα αρχίζει να χαμογελά σαν αντίδραση στην ομιλία των μεγάλων και στην κοινωνική επαφή. Ως γονείς τις περισσότερες φορές κατανοούμε τις ανάγκες – επικοινωνιακές προθέσεις του παιδιού μας και ανταποκρινόμαστε κατάλληλα. Άλλες φορές πάλι, δυσκολευόμαστε να ερμηνεύσουμε το κλάμα ή τη συμπεριφορά του. Σε κάθε περίπτωση όμως η επικοινωνία του παιδιού με εμάς τους γονείς έχει σκοπό, πρόθεση και είναι αμοιβαία.

Μεταξύ τρίτου και έκτου μήνα το μωρό μας μπορεί και δηλώνει την προτίμησή του σε ένα αντικείμενο κοιτώντας το με εμμονή. Γυρίζει το βλέμμα του προς μια κατεύθυνση με έκδηλο ενδιαφέρον και πρόθεση και αλλάζει τις εκφράσεις του προσώπου του ανάλογα με την περίσταση. Μεταξύ όγδοου και δέκατου μήνα η επικοινωνία γίνεται περισσότερο ενεργητική. Το μωρό μας μπορεί να στρέφει το βλέμμα του προς ένα αντικείμενο και να το πιάνει, προκαλώντας ταυτόχρονα την αντίδρασή μας. Το ενδιαφέρον για τα αντικείμενα που το περιβάλλουν συνοδεύεται συχνά με χειρονομίες και φωνούλες που μας καθοδηγούν να συμμεριστούμε το ενδιαφέρον του προς συγκεκριμένα αντικείμενα και τα συναισθήματα που του προκαλούν. Είναι συνηθισμένη εικόνα το παιδί μας να τεντώνεται να πιάσει κάτι που δεν φτάνει βγάζοντας φωνούλες που δηλώνουν την πρόθεσή του και ταυτόχρονα πρόσκληση προς εμάς για βοήθεια.

Μετά τον ένατο μήνα οι χειρονομίες  είναι σαφέστερες και το παιδί αρχίζει να χρησιμοποιεί το δάχτυλό του για να δείξει. Η υπόδειξη με τον δείκτη είναι μια διαρκώς εξελισσόμενη και εξαιρετικά σημαντική επικοινωνιακή χειρονομία η οποία σηματοδοτεί την ενεργή, και με πρόθεση, πρόσκληση των άλλων σε επικοινωνία. Είναι επίσης ένας σημαντικός τρόπος ταύτισης ενός αντικειμένου (έννοιας) με το όνομα (λέξη) που το αντιπροσωπεύει. Το παιδί δείχνει, πιάνει ή εστιάζει την προσοχή του σε ένα αντικείμενο, εμείς ως γονείς ονοματίζουμε το αντικείμενο και το παιδί ταυτίζει το αντικείμενο με τη λέξη που λέμε, αναπτύσσοντας σταδιακά το λεξιλόγιό του. Συνήθως όλα αυτά συμβαίνουν στο παιχνίδι, την ώρα του φαγητού ή του μπάνιου, στην παιδική χαρά, στο πλαίσιο δηλαδή μιας συγκεκριμένης επικοινωνιακής συνθήκης.

Κλείνοντας τους 18 μήνες το παιδί έχει αναπτύξει την ικανότητα να δείχνει για να δηλώσει το ενδιαφέρον του για ένα αντικείμενο ή πρόσωπο και μπορεί να μοιραστεί αυτό το ενδιαφέρον του με άλλους. Μπορεί ακόμα να κατευθύνεται προς ένα συγκεκριμένο αντικείμενο ακολουθώντας την προτροπή ή την υπόδειξή την δική μας ή όποιου ενηλίκου το φροντίζει. Η αλληλεπίδραση του παιδιού με τα αντικείμενα του περιβάλλοντος δημιουργεί ανάγκες για επικοινωνία. Οι ανάγκες αυτές εξυπηρετούνται ως επί το πλείστον με μη λεκτικούς τρόπους στην αρχή και στη συνέχεια, σταδιακά, όσο το σύστημα της γλώσσας αναπτύσσεται, με λεκτικούς.

Κατανόηση: τα πρώτα σημάδια του αναπτυσσόμενου γλωσσικού συστήματος.

Η κατανόηση προηγείται της ομιλίας και η ανάπτυξη εννοιών προηγείται της κατανόησης. Η ποσότητα και ποιότητα των γλωσσικών ερεθισμάτων που δέχεται το παιδί αλλά και οι ευκαιρίες αλληλεπίδρασης που του παρέχει το περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγαλώνει λειτουργούν καθοριστικά στην ανάπτυξη εννοιών.  Παρότι κάθε παιδί είναι διαφορετικό, μπορούμε να πούμε ότι, σε γενικές γραμμές, ένα μωρό μετά τους 6-9 μήνες μπορεί να κατανοήσει μία ή δύο λέξεις στις οποίες εκτίθεται συχνά. Μέχρι τα πρώτα του γενέθλια, μπορεί να κατανοεί τις λέξεις για τα καθημερινά αντικείμενα που τις ακούει συχνά και μικρές φράσεις όταν αυτές λέγονται σε καθημερινές περιστάσεις επικοινωνίας.

Κατά τον δεύτερο χρόνο ζωής το παιδί μπορεί να κατανοεί μικρές φράσεις και εντολές που περιέχουν μέχρι και δύο γνωστές λέξεις σε κεντρική θέση μέσα στη φράση. Αυξάνεται επίσης ραγδαία, η κατανόηση νέων λέξεων. Από τον δεύτερο χρόνο και μετά κατανοεί έννοιες που δηλώνουν προσανατολισμό στον χώρο όπως «πάνω, κάτω, μέσα», λέξεις που δηλώνουν ενέργειες «τρέχω, πηδώ» και επιθετικούς προσδιορισμούς που δηλώνουν το μέγεθος όπως «το μικρό αυτοκίνητο». Η κατανόηση εννοιών που περιέχουν κάποιο βαθμό αφαίρεσης, επιχειρήματα ή συμβολισμό (όπως για παράδειγμα ο λόγος που συνοδεύει το συμβολικό παιχνίδι που παίζουμε με τα κουκλάκια),  αναδύεται μετά τον τρίτο χρόνο.

Από το βάβισμα στις λέξεις.

Οι πρώτες φωνούλες ικανοποίησης και ένα είδος «μουρμουρίσματος» που εμφανίζεται στην έκτη με όγδοη εβδομάδα σύντομα διαφοροποιείται και παίρνει τη μορφή φωνηέντων και κάποιων συμφώνων. Το μωράκι μας «παίζει» με τους ήχους που μπορεί να παράγει το στόμα του και περίπου στους τέσσερις μήνες βγάζει σύνθετες φωνούλες και γελάκια. Οι φωνές αυτές δεν έχουν ακόμα επικοινωνιακό σκοπό. Είναι ένα παιχνίδι που το ευχαριστεί και που εμείς οι γονείς το υποδεχόμαστε με μεγάλο ενθουσιασμό, ειδικά όταν παίρνει τη μορφή σειρών από συλλαβές όπως «μπα-μπα-μπα-μπα-μπα» ή «μα-μα-μα-μα-μα-μα». Το παιχνίδι με τους ήχους μορφοποιείται σε «προ-λέξεις», δηλαδή σε ακούσματα που μοιάζουν με λέξεις όπως «μπα, ντα, γκα», τα οποία μεταξύ του 10ου και 14ου μήνα φέρουν συγκεκριμένα νοήματα και χρησιμοποιούνται για να εκφράσουν κάποιο αίτημα, απόρριψη, αποδοχή ή δυσαρέσκεια.  Συχνά οι «προ-λέξεις» συνοδεύονται με νοήματα (χειρονομίες)  που προσδίδουν ή επαυξάνουν το επικοινωνιακό νόημα των προ-λέξεων. Τα περισσότερα παιδιά στα πρώτα τους γενέθλια  χρησιμοποιούν ένα συνδυασμό νοημάτων, προ-λέξεων, ήχων που διαφοροποιούν με νόημα και κανονικών λέξεων σε απλοποιημένη μορφή. Σταδιακά στους επόμενους μήνες οι ήχοι, οι προ-λέξεις και τα νοήματα αντικαθίστανται από «αναγνωρίσιμες» λέξεις που εξυπηρετούν τους επικοινωνιακούς σκοπούς καλύτερα. Σε αυτή τη φάση οι λέξεις είναι απλοποιημένες συνήθως σε δύο συλλαβές (για παράδειγμα: «νάνα» αντί για μπανάνα , «τότα» αντί για κότα) και πολλές φορές χρησιμοποιούνται για να δηλώσουν πολλές έννοιες που ανήκουν στην ίδια σημασιολογική κατηγορία (για παράδειγμα: «ντεντέ» σημαίνει παιχνίδι-αλογάκι, γαϊδούρι, μηχανάκι, «φφφφ» σημαίνει  φως, ήλιος, σβήνω, κερί). Τα περισσότερα παιδιά μέχρι την ηλικία των δύο ετών βάζουν δύο λέξεις μαζί («μαμά μαμ») και στους αμέσως επόμενους μήνες αρχίζουν να βάζουν μέχρι 3 λέξεις μαζί κατασκευάζοντας προτάσεις, όχι απαραιτήτως με τη σωστή σειρά. Απλοποιήσεις («τίτι» αντί σπίτι, «συ α πει» αντί εσύ να πεις) ή εξομαλύνσεις στις αποδώσεις των λέξεων (πλένιτης = αυτός που πλένει κατά το χτίστης, ψήστης κλπ) κατασκευή λέξεων και αλλαγές στη σειρά των λέξεων στην πρόταση, είναι αναμενόμενα «λάθη» στην ηλικία των δύο ετών.

Πόσο καθαρά πρέπει να μιλά το παιδί μου μέχρι τα δύο του χρόνια.

Προϋπόθεση για την ανάπτυξη ομιλίας είναι η ύπαρξη «εσωτερικού λόγου». Ο εσωτερικός λόγος είναι το σύστημα εννοιών που έχει κατακτήσει το παιδί, έννοιες τις οποίες σταδιακά ξεκινά να σηματοδοτεί με λέξεις. Οι λέξεις αντικαθιστούν πρώιμους τρόπους επικοινωνίας όπως τα νοήματα, οι ήχοι και οι φωνούλες και αποτελούν μέρος ενός πιο άμεσου συστήματος επικοινωνίας, με υψηλές προδιαγραφές εξέλιξης, του προφορικού λόγου. Ο προφορικός λόγος αναπτύσσεται σταδιακά και κάθε στάδιο εξέλιξης έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά.  Ανάλογα με την ηλικία, το στάδιο εξέλιξης και τη νευρομυϊκή ετοιμότητα των οργάνων της άρθρωσης τα παιδιά απλοποιούν τις λέξεις με συγκεκριμένους μηχανισμούς σε κάθε ηλικία, ώστε να μπορούν να τις πουν. Μέχρι τα δύο χρησιμοποιούν έναν περιορισμένο αριθμών συμφώνων συνήθως τα «μπ, π, μ, τ, κι, γκι, νι, κ, γκ»  ενώ από τα 2.6 έως τα 3.0 μπορεί να βάλουν στο σύστημά τους τα σύμφωνα «φ,β,ντ, λ, λι, χι,γι, χ, γ».  Μέχρι τα δύο χρόνια οι περισσότερες λέξεις είναι μονοσύλλαβες ή δισύλλαβες. Οι απλοποιήσεις των λέξεων γίνονται συνήθως με μηχανισμούς όπως η απαλοιφή ενός συμφώνου ή μιας συλλαβής («νάνα» αντί μπανάνα), η απλοποίηση των συμφωνικών συμπλεγμάτων («τίτι» αντί σπίτι), η εναρμόνιση ενός συμφώνου ή φωνήεντος με το γειτονικό του ( «τότα» αντί κότα και «γιγί» αντί «κλειδί»), η μετακίνηση προς τα εμπρός ή προς τα πίσω της θέσης που αρθρώνεται ένα σύμφωνο στο στόμα («τιντί» αντί κλειδί), η μετακίνηση ενός συμφώνου σε άλλη θέση μέσα στη λέξη («κσύλο» αντί σκύλο), η προσθήκη συμφώνου ή φωνήεντος μέσα στη  λέξη («γιέγια» αντί έλα) και η αντικατάσταση των εξακολουθητικών συμφώνων από στιγμιαία («κιγκί» αντί κλειδί).  Στις λέξεις τα σύμφωνα και τα φωνήεντα μπορεί να αντικαθίστανται επηρεαζόμενα από τα γειτονικά τους ή από το μήκος και τη δομή της λέξης ή το σημείο τονισμού. Για αυτό τον λόγο παρατηρείται πολλές φορές το παιδί να λέει ένα σύμφωνο σε μία λέξη αλλά το ίδιο σύμφωνο να μην το λέει σε μια άλλη.

Η εξέλιξη των συστημάτων του λόγου και της ομιλίας που επιτελούν την επικοινωνία, είναι συναρπαστική. Ως γονείς ενθουσιαζόμαστε από τις αλλαγές που παρατηρούνται μέρα με τη μέρα στην επικοινωνία των παιδιών μας μέχρι τα δύο χρόνια. Άλλες φορές μπορεί να ανησυχούμε αν η εξέλιξη είναι πιο αργή ή διαφέρει από την εξέλιξη των συνομήλικων παιδιών. Η συζήτηση με έναν εξειδικευμένο λογοθεραπευτή μπορεί εύκολα να άρει τις ανησυχίες των γονιών αλλά και να τους κατευθύνει σε καθημερινές πρακτικές ενίσχυσης της επικοινωνίας και της γλωσσικής ανάπτυξης, εάν κάτι τέτοιο κρίνεται απαραίτητο.

 

Γιώργος Φούρλας,
Λογοθεραπευτής
Εξειδικευμένος Θεραπευτής Διαταραχών Ροής Ομιλίας.
Κέντρο Έρευνας και Θεραπείας Τραυλισμού, www.travlismos.gr.